εσωστρεφής

(προωθήθηκε από εσωστρεφές)
Μεταφράσεις

εσωστρεφής

(esostre'fis) αρσενικό-θηλυκό

εσωστρεφές

introspective, introvertintrospectif, introvertiинтроспективный (esostre'fes) ουδέτερο
επίθετο
που έχει τάση στην εσωστρέφεια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close