εσωτερικός

(προωθήθηκε από εσωτερική)
Μεταφράσεις

εσωτερικός

(esoteri'kos) αρσενικό

εσωτερική

(esoteri'ci) θηλυκό

εσωτερικό

indoor, internal, inside, esoteric, innerinternaésotérique, intérieur, interne, d’intérieurدَاخِلٌkrytýindendørsInnen-techadosisä-unutrašnjicoperto屋内の실내의overdektinnendørs-wewnętrznyinterior, internoнаходящийся в помещенииinomhus-ในร่มkapalı alantrong nhà室内的 (esoteri'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που βρίσκεται μέσα σε κτ εσωτερικός χώρος εσωτερική διακόσμηση
2. ψυχικός, συναισθηματικός εσωτερικός κόσμος
3. σε συγκεκριμένο κύκλο, χώρο εσωτερικές συγκρούσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close