ετήσιος

(προωθήθηκε από ετήσιο)
Μεταφράσεις

ετήσιος

(e'tisios) αρσενικό

ετήσια

(e'tisia) θηλυκό

ετήσιο

annual, yearlyjaraannuelannualeسَنَوِيّkaždoroční, ročníårligjährlichanualvuosittainengodišnji年に一度の, 年一回の연례, 해마다의jaarlijksårligcoroczny, rocznyanualгодовой, ежегодныйårlig, varje årประจำปีyıllıkhàng năm每年的שנתי (e'tisio) ουδέτερο
επίθετο
1. που συμβαίνει μια φορά το χρόνο ετήσια γιορτή
2. που έχει διάρκεια ενός χρόνου ετήσιο συμβόλαιο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close