ετοιμόλογος

(προωθήθηκε από ετοιμόλογη)
Αναζητήσεις σχετικές με ετοιμόλογη: ετυμολογία
Μεταφράσεις

ετοιμόλογος

(etim'moloɣos) αρσενικό

ετοιμόλογη

(eti'moloʝi) θηλυκό

ετοιμόλογο

(eti'moloɣo) ουδέτερο
επίθετο
που απαντάει γρήγορα και έξυπνα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close