ετοιμόρροπος

(προωθήθηκε από ετοιμόρροπη)
Μεταφράσεις

ετοιμόρροπος

(eti'moropos)

ετοιμόρροπη

(eti'moropi) θηλυκό

ετοιμόρροπο

derelict (eti'moropo) ουδέτερο
επίθετο
έτοιμος να γκρεμιστεί ένα ετοιμόρροπο κτίριο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close