ευάλωτος

(προωθήθηκε από ευάλωτο)
Αναζητήσεις σχετικές με ευάλωτο: εύγλωττος
Μεταφράσεις

ευάλωτος

(e'valotos) αρσενικό

ευάλωτη

(e'valoti) θηλυκό

ευάλωτο

vulnerablevulnérableعُرْضَةٌ لzranitelnýsårbarverwundbarvulnerable, vulnerableshaavoittuvainenranjivvulnerabile傷つきやすい취약한kwetsbaarsårbarbezbronnyvulnerávelранимыйsårbarซึ่งบาดเจ็บได้ง่าย อ่อนแอsavunmasızdễ bị tổn thương易受伤害的 (e'valoto) ουδέτερο
επίθετο
ευαίσθητος είμαι ευάλωτος στο κρύο Είναι ευάλωτος στα σχόλια των άλλων.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close