ευέλικτος

Μεταφράσεις

ευέλικτος

(e'veliktos) αρσενικό

ευέλικτη

(e'velikti) θηλυκό

ευέλικτο

elastyczneflexibilní靈活flessibileflexibleflexible유연한灵活joustavaגמישflexívelfleksibel (e'velikto) ουδέτερο
επίθετο
1. που προσαρμόζεται γρήγορα ευέλικτος πολιτικός
2. που δίνει εναλλακτικές λύσεις ευέλικτο σχέδιο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close