ευαίσθητος

Μεταφράσεις

ευαίσθητος

(e'vesθitos) αρσενικό

ευαίσθητη

(e'vesθiti) θηλυκό

ευαίσθητο

sensitivesensibleحَسَّاسcitlivýfølsomempfindlichsensibleherkkäosjetljivsensibile傷つきやすい민감한gevoeligfølsomwrażliwysensívelчувствительныйkänsligซึ่งไวต่อสิ่งกระตุ้นduyarlınhạy cảm敏感的, 敏感敏感רגיש (e'vesθito) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει την τάση να αρρωσταίνει είμαι ευαίσθητος στο κρύο
2. συναισθηματικός ευαίσθητος μουσικός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close