ευγενής

Μεταφράσεις

ευγενής

adlignoble, nobleman, polite, peer, suavenoblenobleאדיבnoblenobrenobileNobleблагородно (evʝe'nis)
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
1. αριστοκρατικός τίτλος οικογένεια ευγενών
2. πολύ ηθικός, με ιδανικά ευγενή συναισθήματα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close