ευεργέτης

Μεταφράσεις

ευεργέτης

(ever'ʝetis) αρσενικό

ευεργέτρια

bienfaiteurbenefactor후원자متبرعbenfeitor恩人velgører (ever'ʝetria) θηλυκό
ουσιαστικό
που προσφέρει χρήματα για κπ σκοπό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close