ευεργετικός

(προωθήθηκε από ευεργετικό)
Μεταφράσεις

ευεργετικός

(everʝeti'kos)

ευεργετική

(everʝeti'ci)

ευεργετικό

beneficial유익한beneficiosogunstigprospěšné (everʝeti'ko)
επίθετο
που ευεργετεί ευεργετικό αποτέλεσμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close