ευεργετώ

Μεταφράσεις

ευεργετώ

(everʝe'to)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
προσφέρω χρήματα για κπ σκοπό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close