ευκαιρία

Μεταφράσεις

ευκαιρία

opportunity, chance, bargainokazooccasion, bonne affaire, chanceصَفْقَة, فُرْصَّةٌpříležitost, výhodná koupěgodt køb, mulighedGelegenheit, Handeloportunidad, gangasopimus, tilaisuuspogodna kupnja, prilikaaffare, opportunità売買契約, 機会거래 계약, 기회gelegenheid, koopjekupp, mulighetdobicie targu, możliwośćoportunidade, pechinchaвозможность, выгодная покупкаfynd, möjlighetโอกาส, การต่อรองfırsat, kelepircơ hội, món hàng hời机会, 便宜货възможност機會הזדמנות (efce'ria)
ουσιαστικό θηλυκό
1. δυνατότητα βρίσκω την ευκαιρία να κάνω κτ δίνω μια ευκαιρία σε κπ
2. αφορμή
με αφορμή
3. πολύ φτηνό Είναι ευκαιρία, αγόρασέ το.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close