ευκαιριακός

(προωθήθηκε από ευκαιριακό)
Μεταφράσεις

ευκαιριακός

(efceria'kos) αρσενικό

ευκαιριακή

(efceria'ci) θηλυκό

ευκαιριακό

opportunistic (efceria'ko) ουδέτερο
επίθετο
προσωρινός ευκαιριακή δουλειά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close