ευκοιλιότητα

Μεταφράσεις

ευκοιλιότητα

diarrhea (efcili'otita)
ουσιαστικό θηλυκό
συχνές κενώσεις των εντέρων, σε υγρή μορφή έχω ευκοιλιότητα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close