ευκολία

Μεταφράσεις

ευκολία

convenience, ease, easiness, facilityfacilitéfacilitàfacilidadeлекотаlethedfacilidadпростота (efko'lia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. άνεση, έλλειψη δυσκολίας η ευκολία στην επικοινωνία έχω την ευκολία να
2. εξυπηρέτηση ευκολίες πληρωμής Μεγάλη ευκολία το μετρό.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close