ευλάβεια

Μεταφράσεις

ευλάβεια

piétédevotion (e'vlavia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. ο σεβασμός προς τη θρησκεία η θρησκευτική ευλάβεια
2. μεγάλη συνέπεια τηρώ μια συμφωνία με ευλάβεια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close