ευλύγιστος

Μεταφράσεις

ευλύγιστος

(e'vliʝistos) αρσενικό

ευλύγιστη

(e'vliʝisti) θηλυκό

ευλύγιστο

flexible, pliantflexible (e'vliʝisto) ουδέτερο
επίθετο
που έχει ελαστικότητα στις κινήσεις ευλύγιστο σώμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close