ευνοώ

Μεταφράσεις

ευνοώ

favor, favour, fosterprivilégier (evno'o)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βοηθάω, είμαι με το μέρος κάποιου Η τύχη με ευνόησε.
2. κάνω χάρες σε κπ Τον ευνοεί, γιατί είναι ανιψιός του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close