εφαρμοστός

Μεταφράσεις

εφαρμοστός

ضَيِّقٌ جِداً

εφαρμοστός

přiléhavý

εφαρμοστός

kropsnær

εφαρμοστός

hauteng

εφαρμοστός

skin-tight

εφαρμοστός

ceñido

εφαρμοστός

vartalonmyötäinen

εφαρμοστός

moulant

εφαρμοστός

pripijen uz kožu

εφαρμοστός

aderente

εφαρμοστός

ぴったり体に合う

εφαρμοστός

꼭 끼는

εφαρμοστός

nauwsluitend

εφαρμοστός

tettsittende

εφαρμοστός

opięty

εφαρμοστός

apertado, justo ao corpo

εφαρμοστός

обтягивающий

εφαρμοστός

snäv

εφαρμοστός

รัดรูป

εφαρμοστός

daracık

εφαρμοστός

bó sát người

εφαρμοστός

贴身的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close