εφαρμόζω

Μεταφράσεις

εφαρμόζω

(efar'mozo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω να ισχύει, να λειτουργεί εφαρμόζω νόμο εφαρμόζω μία μέθοδο

εφαρμόζω

implement, administer, applyappliquerприменить
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
στερεώνομαι σωστά καπάκι που εφαρμόζει καλά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close