εφευρίσκω

Μεταφράσεις

εφευρίσκω

invent, contriveيَخْتَرِعُvynaléztopfindeerfindeninventarkeksiäinventerizumitiinventare発明する발명하다uitvindenfinne oppwynaleźćinventarизобретатьuppfinnaประดิษฐ์icat etmekphát minh发明 (efe'vrisko)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. επινοώ εφευρίσκω ένα εργαλείο
2. μεταφορικά δημιουργώ με τη φαντασία μου εφευρίσκω δικαιολογίες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close