εφευρετικός

Μεταφράσεις

εφευρετικός

(efevreti'kos) αρσενικό

εφευρετική

(efevriti'ci) θηλυκό

εφευρετικό

inventive, ingeniousبَارِعٌdůmyslnýgenialgenialingeniosokekseliäsingénieuxgenijalaningegnoso独創的な독창적인ingenieusgenialpomysłowyengenhosoизобретательныйgenialเฉลียวฉลาดusta işimưu trí有独创性的 (efevreti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που βρίσκει νέους τρόπους ή λύσεις εφευρετικό μυαλό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close