εφεύρεση

Μεταφράσεις

εφεύρεση

inventionإِخْتِرَاعٌvynálezopfindelseErfindunginvenciónkeksintöinventionizuminvenzione発明발명uitvindingoppfinnelsewynalazekinvençãoизобретениеuppfinningการประดิษฐ์icatsự phát minh发明изобретениеהמצאה發明 (e'fevresi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. επινόηση η εφεύρεση του ασύρματου
2. το αντικείμενο εφεύρεσης Καταπληκτική εφεύρεση!
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close