εφημερία

Μεταφράσεις

εφημερία

שיחה호출chiamatacall (efime'ria)
ουσιαστικό θηλυκό
το διάστημα που εφημερεύει κν έχω εφημερία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close