εφημερεύω

Μεταφράσεις

εφημερεύω

(efime'revo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
δουλεύω όταν όλα είναι κλειστά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close