εφοδιάζω

Μεταφράσεις

εφοδιάζω

equip, supply, accouter, purvey, stockéquiper, approvisionnerيَحْتفَظُ بـِمَخْزُونvésthave på lagerführenaprovisionarsepitää varastossadržati robuapprovvigionare在庫を置く들여놓다in voorraad houdenlagrezaopatrzyćestocar, manter em stockиметь в наличииha i lagerเก็บสินค้าstoklamaktrữ hàng进货 (efo'ðjazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
παρέχω, προμηθεύω εφοδιάζω κπ με τρόφιμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close