εύθικτος

(προωθήθηκε από εύθικτη)
Μεταφράσεις

εύθικτος

('efθiktos) αρσενικό

εύθικτη

('efθikti) θηλυκό

εύθικτο

susceptible, touchy ('efθikto) ουδέτερο
επίθετο
που πειράζεται εύκολα εύθικτος χαρακτήρας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close