εύκαιρος

(προωθήθηκε από εύκαιρο)
Μεταφράσεις

εύκαιρος

('efceros) αρσενικό

εύκαιρη

('efceri) θηλυκό

εύκαιρο

('efcero) ουδέτερο
επίθετο
που έχει χρόνο Θα είμαι εύκαιρος το βράδυ.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close