εύκολος

(προωθήθηκε από εύκολη)
Μεταφράσεις

εύκολος

('efkolos) αρσενικό

εύκολη

('efkoli) θηλυκό

εύκολο

leicht, einfacheasy, facile, manageablefacilafacilefacilefacilisgemakkelijkfácilسَهْلsnadnýletfácilhelppolagan簡単な쉬운lettvintłatwyлегкоenkelง่ายkolaydễ容易的קל ('efkolo) ουδέτερο
επίθετο
1. που γίνεται χωρίς κόπο εύκολο παιχνίδι
2. που δεν παρουσιάζει πρόβλημα συμπεριφοράς εύκολο παιδί
3. που δεν παρουσιάζει αντίσταση εύκολη λεία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close