εύπλαστος

(προωθήθηκε από εύπλαστη)
Μεταφράσεις

εύπλαστος

('efplastos) αρσενικό

εύπλαστη

('efplasti) θηλυκό

εύπλαστο

malleablemalléable, plastique ('efplasto) ουδέτερο
επίθετο
1. που είναι μαλακός και ελαστικός εύπλαστη ζύμη
2. μεταφορικά που προσαρμόζεται εύκολα εύπλαστος χαρακτήρας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close