εύπορος

Μεταφράσεις

εύπορος

wealthy, rich, affluent, well-off

εύπορος

غَنِيّ

εύπορος

majetný

εύπορος

velhavende

εύπορος

wohlhabend

εύπορος

acomodado

εύπορος

varakas

εύπορος

aisé

εύπορος

dobrostojeći

εύπορος

benestante

εύπορος

裕福な

εύπορος

부유한

εύπορος

welgesteld

εύπορος

velsituert

εύπορος

zamożny

εύπορος

próspero

εύπορος

välbärgad

εύπορος

ซึ่งร่ำรวย

εύπορος

hali vakti yerinde

εύπορος

sung túc

εύπορος

境遇好的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close