εύστοχος

Μεταφράσεις

εύστοχος

('efstoxos) αρσενικό

εύστοχη

('efstoçi) θηλυκό

εύστοχο

('efstoxo) ουδέτερο
επίθετο
1. που πετυχαίνει το στόχο του εύστοχο χτύπημα
2. μεταφορικά έξυπνος, αποτελεσματικός εύστοχη απάντηση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close