εύφλεκτος

(προωθήθηκε από εύφλεκτο)
Μεταφράσεις

εύφλεκτος

('eflektos) αρσενικό

εύφλεκτη

('eflekti) θηλυκό

εύφλεκτο

inflammableflammableقَابِلٌ لِلِاشْتِعَالhořlavýbrændbarbrennbarinflamablesyttyväzapaljivinfiammabile可燃性の인화성의ontvlambaarbrennbarłatwopalnyinflamávelогнеопасныйbrännbarซึ่งไวไฟyanıcıdễ cháy易燃的 ('eflekto) ουδέτερο
επίθετο
που πιάνει εύκολα φωτιά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close