εύχρηστος

(προωθήθηκε από εύχρηστη)
Μεταφράσεις

εύχρηστος

('efxristos) αρσενικό

εύχρηστη

('efxristi) θηλυκό

εύχρηστο

manageable, handyيُـمْكِنُ تَـحْقِيقَهzvládnutelnýoverkommeligmachbarmanejablehallittavissa olevagérableupravljivgestibile処理できる관리할 수 있는beheersbaarhåndterligkierowalnymanejávelпосильныйlätthanterligที่จัดการได้üstesinden gelinebilircó thể xoay xở được易管理的, 方便удобенשימושי方便 ('efxristo) ουδέτερο
επίθετο
εύκολος στη χρήση εύχρηστο εργαλείο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close