ζέστη

Μεταφράσεις

ζέστη

heatchaleurcalorcalorevärmeחוםwarmtecalor ('zesti)
ουσιαστικό θηλυκό
η αισθητή αύξηση της θερμοκρασίας Έχει Κάνει ζέστη εδώ. Κάνει ανυπόφορη ζέστη.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close