ζαλισμένος

(προωθήθηκε από ζαλισμένo)
Μεταφράσεις

ζαλισμένος

(zali'zmenos) αρσενικό

ζαλισμένη

(zali'smeni) θηλυκό

ζαλισμένo

dizzy, groggy, perplexedدائِخmít závraťsvimmelschwindeligmareado, vertiginosopyörryksissä olevaétourdiomamljenstorditoめまいがする현기증 나는duizeligsvimmelczujący zawrót głowytonto, vertiginosoиспытывающий головокружениеsnurrigเวียนศีรษะbaşı dönmüşchóng mặt晕眩的 (zali'smeno) ουδέτερο
επίθετο
που έχει ζαλιστεί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close