ζαρώνω

Μεταφράσεις

ζαρώνω

(za'rono)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. μαζεύομαι ζαρώνω από το φόβο μου
2. κάνω ρυτίδες Το πρόσωπό της ζαρώνει.

ζαρώνω

wrinkle, cower, crumple, knit, shrinkيَتَقَلَّصُsrazit sekrympeschrumpfenencoger, encogersekutistuarétrécirsmanjiti serestringersi縮む줄어들다krimpenkrympeskurczyć sięencolherуменьшать(ся)krympaหดçekmekco lại萎缩
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κτ να έχει ζάρες ζαρώνω το μέτωπό μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close