ζεματάω

Μεταφράσεις

ζεματάω

(zema'tao)

ζεματίζω

(zema'tizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
βουτάζω ωμά τρόφιμα σε καυτό νερό

ζεματάω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
είμαι καυτός Το νερό ζεματάει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close