ζενίθ

Μεταφράσεις

ζενίθ

zenith (ze'niθ)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
1. νοητό σημείο του ουρανού κατακόρυφα πάνω από άλλο σημείο Ο ήλιος βρίσκεται στο ζενίθ το μεσημέρι.
2. μεταφορικά αποκορύφωμα Έφτασε στο ζενίθ της καριέρας του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close