ζευγαρωμένος

Μεταφράσεις

ζευγαρωμένος

družební

ζευγαρωμένος

tvillinge-

ζευγαρωμένος

gepaart

ζευγαρωμένος

twinned

ζευγαρωμένος

hermanado

ζευγαρωμένος

yhteenliitetty

ζευγαρωμένος

jumelé

ζευγαρωμένος

pobratimljen

ζευγαρωμένος

gemellato

ζευγαρωμένος

対になった

ζευγαρωμένος

짝 지어진

ζευγαρωμένος

aan elkaar gekoppeld

ζευγαρωμένος

sammenkoblet

ζευγαρωμένος

bliźniaczy

ζευγαρωμένος

gémeo, gêmeo

ζευγαρωμένος

сдвоенный

ζευγαρωμένος

att vara vänort med

ζευγαρωμένος

เหมือนกัน

ζευγαρωμένος

kardeş

ζευγαρωμένος

có đôi

ζευγαρωμένος

成双成对的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close