ζηλεύω

Μεταφράσεις

ζηλεύω

(zi'levo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αισθάνομαι άσχημα για κτ καλύτερο που έχει κπ ζηλεύω την επιτυχία κάποιου
2. θαυμάζω κτ σε κπ Σε ζηλεύω για το κουράγιο σου.

ζηλεύω

beneiden, eifersüchtig sein auf, neidisch sein aufenvy, be desirous of, be envious of, be jealous ofenvier, être désireux de, être envieux de, jalouserзавидоватьالحسد
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
είμαι ζηλιάρης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close