ζω

Μεταφράσεις

ζω

(zo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. είμαι ζωντανός
ευχή σε γάμο, γενέθλια κ.λπ.
2. κατοικώ Ζω στην Αθήνα.
3. μένω μαζί με κπ Ζει με το φίλο της.
4. περνάω το χρόνο μου Ζω ευχάριστα.

ζω

lebenlive, subsisteläävivrelevevivereleven, wonenżyć, przeżyćviverlevaжитьيَعِيشُžítbo, levevivirživjeti生きる살다leve, overleveพักอาศัย, มีชีวิตอยู่yaşamaksống存活, 生活Живея (zo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βιώνω Ζήσαμε έναν εφιάλτη.
2. τρέφω, συντηρώ Έχω να ζήσω την οικογένειά μου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close