ζωηρεύω

Μεταφράσεις

ζωηρεύω

(zoi'revo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
αποκτάω ενεργητικότητα Το πρόσωπό του ζωήρεψε μόλις την είδε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close