ηθελημένος

(προωθήθηκε από ηθελημένο)
Μεταφράσεις

ηθελημένος

(iθeli'menos) αρσενικό

ηθελημένη

(iθeli'meni) θηλυκό

ηθελημένο

(iθeli'meno) ουδέτερο
επίθετο
σκόπιμος ηθελημένο λάθος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close