ηλίθιος

(προωθήθηκε από ηλίθιο)
Μεταφράσεις

ηλίθιος

(i'liθios) αρσενικό

ηλίθια

(i'liθia) θηλυκό

ηλίθιο

dumb, stupid, dickhead, asinine, idiotimbécile, stupide, sot, tête de nœud, idiotIdiotأَبْلَهٌidiotidiotidiotaidioottiidiotidiotaばか바보idiootidiotidiotaidiotaидиотidiotคนโง่salakthằng ngốc白痴идиотאידיוט (i'liθio) ουδέτερο
επίθετο
βλάκας, χαζός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close