ηλεκτρικός

Μεταφράσεις

ηλεκτρικός

(ilektri'kos) αρσενικό

ηλεκτρική

(ilektri'ci) θηλυκό

ηλεκτρικό

electricelektraélectriqueكَهْرَبائِيّelektrickýelektriskelektrischeléctrico, eléctricasähköinenelektričanelettrico電気の전기의elektrischelektriskelektrycznyelétricoэлектрическийelektriskเกี่ยวกับไฟฟ้าelektrikliđiện电的, 电气חשמלелектрически電氣 (ilektri'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που λειτουργεί με ηλεκτρισμό η ηλεκτρική καρέκλακιθάρα
2. σχετικός με τον ηλεκτρισμό ηλεκτρικό ρεύμα
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close