ηλεκτρισμός

Μεταφράσεις

ηλεκτρισμός

electricitysähköélectricitéelectricidadكَهْرَبَاءelektřinaelektricitetElektrizitätstrujaelettricità電気전기elektriciteitelektrisitetelektrycznośćeletricidade, electricidadeэлектричествоelektricitetไฟฟ้าelektrikđiện电力電力חשמל (ilektri'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
το ηλεκτρικό ρεύμα
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close