ηλεκτρoνικός

(προωθήθηκε από ηλεκτρονικό)
Μεταφράσεις

ηλεκτρoνικός

(ilektroni'kos) αρσενικό

ηλεκτρονική

(ilektroni'ci) θηλυκό

ηλεκτρονικό

(ilektroni'ko) ουδέτερο
επίθετο
κομπιούτερ
παιχνίδια με μνήμη και οπτικοακουστικά εφέ
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close