ηλεκτροπληξία

Μεταφράσεις

ηλεκτροπληξία

electric shockelektrokutoélectrocutionsähköiskun (ilektropli'ksia)
ουσιαστικό θηλυκό
η ισχυρή αντίδραση οργανισμού που διαπερνάται από ηλεκτρικό ρεύμα Κίνδυνος ηλεκτροπληξίας! παθαίνω ηλεκτροπληξία
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close